Το Όνομα του Πατέρα και το Βλέμμα της Μητέρας

ΣΟΦΙΑ ΑΝΑΣΟΤΖΗ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Απο την αρχή της ψυχαναλυτικής σκέψης η σεξουαλικότητα αποτέλεσε βασικό πυλώνα της ψυχικής οργάνωσης του ατόμου. Διαμορφώνεται μέσα απο ένα δυναμικό μίγμα κοινωνικών και πολιτιστικών ηθών και εμπειριών, σωματικών ορμών, συνειδητών και ασυνειδήτων επιθυμιών και διαμορφώνει αντιστοίχως την συμπεριφορά και τις επιλογές μας. Παράλληλα, η ταυτότητα του φύλου, που αποτελεί βασικό κομμάτι της συνολικής σεξουαλικής ταυτότητας του ατόμου, μοιάζει να διαμορφώνεται από την εξωτερική βιολογική πραγματικότητα αλλά και μέσα από τις εσωτερικές εγγραφές που αφορούν τα βιώματα και την σχέση του ατόμου με τα πρωταρχικά του αντικείμενα. Στις περιπτώσεις των διαταραχών της ταυτότητας του φύλου είναι συνήθης η εικόνα ενός απόντα, ψυχικά και σωματικά, πατέρα και μίας παντοδύναμης μητρικής φιγούρας, όπου το παιδί θα αποτελέσει εκφραστής των δικών τους δυσκολιών και θα ξεδιπλώσει την ασυνείδητη  επιθυμία της μητέρας του  για τον φαλλό και την αδυναμία του πατέρα του  να υπερασπιστεί τον δικό του. Συνυπολογίζοντας αυτούς τους ενδοψυχικούς παράγοντες μπορούμε να αντιληφθούμε τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει μια ομοφυλοφιλική επιλογή στην ενδοψυχική συγκρότηση του ατόμου και στην οικογενειακή του ομοιόσταση.

ΛΕΞΕΙΣ – ΚΛΕΙΔΙΑ: σεξουαλικότητα, ταυτότητα φύλου, διαταραχές της ταυτότητας φύλου, ομοφυλοφιλία.

ABSTRACT

From the beginning of the psychoanalytic thought, sexuality was the basic pillar of psychic structure of the person.  It is shaped through a dynamic mixture of social and cultural morals and experiences, somatic urges, conscious and unconscious desires and it respectively shapes our behavior and our choices.  At the same time, the gender identity, that is a basic part of the total sexual identity of the person, seems to be shaped from the outside biological reality but also through the internal recordings of the experiences and the person’s relationship with its primal objects.  In gender identity disorder cases a common image is that of a psychologically and physically absent father and of an omnipotent mother figure, within which the child will express their own difficulties and unfold the unconscious maternal desire of the phallus and the paternal weakness to defend his own.  Taking into account those intrapsychic factors we can understand the important role that homosexual choice play within the intrapsychic formation of the person and his family’s homeostasis.

KEYWORDS: sexuality, gender identity, disorders of gender identity, homosexuality

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Από την αρχή της ψυχαναλυτικής σκέψης το θέμα της σεξουαλικότητας αποτελούσε ακρογωνιαίο λίθο στη θεωρία της ψυχανάλυσης. Η ίδια η σεξουαλικότητα μπορεί να ειδωθεί  σαν ένα μωσαϊκό από σωματικές ορμές, ασυνείδητες επιθυμίες, φαντασιώσεις και συμβολισμούς καθώς και συνειδητές στάσεις και συμπεριφορές μέσα στα πλαίσια ενός προσωπικού βιώματος της ταυτότητας του φύλου. Διαμορφώνεται κάτω απο έναν ιστό απο κοινωνικές νόρμες, θρησκευτικά ήθη, κοινωνικοπολιτιστικά δεδομένα και επιστημονικές ιδέες, που της προσδίδουν τον χαρακτήρα μιας προσωπικής και ιστορικής εμπειρίας(Weeks, 1985). Ο ίδιος ο Freud, μέσα από έννοιες όπως το οιδιπόδειο σύμπλεγμα, το άγχος ευνουχισμού στο αγόρι και το φθόνο του πέους στο κορίτσι, τοποθέτησε τα θέματα αυτά πάνω σε μια ψυχοσεξουαλική αναπτυξιακή βάση που διαμορφώνει την ψυχική δομή και ενίοτε την ψυχοπαθολογία. Οπως ο ίδιος ανέφερε, η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης ανάπτυξης διαμορφώνει ένα ολόκληρο πεδίο σκέψης και προβληματισμού γύρω από αυτές τις έννοιες της σεξουαλικότητας όσον αφορά και τη διαμόρφωση και την διατήρησή τους. Εισάγει την έμφυτη αμφισεξουαλικότητα και αναφέρεται σε ένα μείγμα θηλυκών και αρσενικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν τον καθένα μας σε διαφορετικό βαθμό και με διαφορετικό τρόπο και κατευθύνουν σε σημαντικό βαθμό την σεξουαλική συμπεριφορά μας και την ταυτότητα μας.

Προχωρώντας στη έννοια της ταυτότητας του φύλου, μια έννοια που άρχισε να εισάγεται στο β΄μισό του 20ου αιώνα αναφερόμαστε σε ένα ψυχικό σχηματισμό, σε ένα κομμάτι του εαυτού μας που συντίθεται αρχικά από βιολογικούς παράγοντες όπως τα γενετικά χαρακτηριστικά που αφορούν το σώμα και στην συνέχεια απο ενδοψυχικούς αλλά και από περιβαλλοντολογικούς παράγοντες, όπως για παράδειγμα η ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού και η σχέση του με το πρωταρχικό αντικείμενο, κυρίως σε επίπεδο ταυτίσεων και φαντασιώσεων, γύρω από το θέμα του φύλου και του σώματός του. H ταυτότητα του φύλου, που είναι βασικό κομμάτι της διαμόρφωσης της συνολικής ταυτότητας του ατόμου, μοιάζει να διαμορφώνεται όχι μόνο από την εξωτερική βιολογική πραγματικότητα αλλά και μέσα από εσωτερικές εγγραφές που αφορούν την συνειδητή και ασυνείδητη σχέση με τους γονείς και το πρωταρχικό καθρέφτισμα του παιδιού στα μάτια τους, μεσα δηλαδή απο το βλέμμα τους σε σχέση με την σεξουαλικότητα του.

Το φύλο του παιδιού διαφοροποιεί εξαρχής τις διαδικασίες διαμόρφωσης της ταυτότητας του φύλου. Τα αγόρια ξεκινούν τη ζωή τους ως ετερόφυλα όντα με τα γεννητικά τους όργανα ορατά και αναγνωρίσιμα, σε αντίθεση με τα κορίτσια που το πρωταρχικό αντικείμενο αγάπης τους είναι ομόφυλο και τα γεννητικά τους όργανα εσωτερικά. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η επίλυση του οιδιποδείου αποτελεί περισσότερο εφικτό στόχο στα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε ένα πρωιμότερο στάδιο ανάπτυξης της ταυτότητας του φύλου, τόσο το αγόρι, όσο και το κορίτσι, βρίσκονται σε μία φάση συγχώνευσης και αλληλεπίδρασης με το πρωταρχικό τους αντικείμενο και διαμορφώνουν την ταυτότητα τους βάσει της πρώιμης σχέσης και αλληλεπίδρασης μαζί του. Για την Mahler η αρχή της διαδικασίας που αφορά την ταυτότητα του φύλου τοποθετείται στην περίοδο του αποχωρισμού και της  εξατομίκευσης και σταδιακά φτάνει σε κάποια ολοκλήρωση στην περίοδο του οιδιποδείου. Αντιστοίχως ο Stoller αναφέρει οτι η πυρηνική ταυτότητα φύλου θα διαμορφωθεί στην αρχή της ζωής ως τα 3 έτη, όπου το αγόρι απο την συμβιωτική σχέση με το μητρικό αντικείμενο θα προχωρήσει  στην συνέχεια προς την αρρενωπότητα και τις δευτερογενείς ταυτίσεις προς τον πατέρα του, αποχωριζόμενο την αρχική ευδαιμονία της συμβιωτικής σχέσης και υπομένοντας ψυχικά έναν «ευνουχισμό» αυτής της απόλαυσης, που δεν θα είναι τραυματικός για τα μέλη της πρωταρχικής δυάδας. Μοιάζει έτσι η ανακάλυψη και η εγκατάσταση της αρρενοπώτητας του αγοριού (σε σχέση με τον πατέρα του)να ξεκινά και να προυποθέτει πρώτα μια ευνουχιστική εμπειρία(σε σχέση με την μητέρα του). Ειδικά για το αγόρι η πρώιμη σωματική εγγύτητα και ένωση με τη μητέρα, αν δεν διακοπεί από την παρουσία του πατέρα, δίνει το έναυσμα για μια φαντασιωσικά αδιαίρετη δυάδα και στέλνει το μήνυμα ενός πατέρα αδύναμου να ανταποκριθεί στο ρόλο του, ως ένα ανδρικό πρότυπο ταύτισης. Αυτή η πρώιμη και μαζική συνύπαρξη θα δημιουργήσει μια μακροπρόθεσμη επιθυμία του αγοριού να επιστρέψει στο μητρικό σώμα και να απορρίψει την ανδρική, διαφορετική εικόνα του. Έτσι η επιθυμία του δε θα είναι να κερδίσει μία γυναίκα για τον εαυτό του (όπως ο πατέρας του) αλλά να γίνει μία γυναίκα (όπως η μητέρα του). Οι ομοφυλόφιλοι με αυτόν τον τρόπο θα ζητήσουν «προστασία» από την «στοματική» ή «πρωκτική» μητέρα των προ –οιδιποδειακών σταδίων, ταυτιζόμενοι μαζί της και  αναζητώντας τον πατέρα συμβολικά  στο ερωτικό αντικείμενο επιλογής τους. Αυτή η  αντεστραμμένη σεξουαλικοποίηση ξεκινά από πολύ νωρίς και αποτρέπει τόσο την επιθετικότητα, όσο και τον αφανισμό της συγχωνευτικής σχέσης. Ομως στη βάση ενός ανεστραμμένου οιδιποδείου το παιδί ως παραφυάδα της μητέρας δεν καταστρέφει αλλά εξευτελίζει τον πατέρα, υποτιμώντας  τον σε επίπεδο φαντασιωσικό ακόμα περισσότερο, ενισχύοντας έτσι την επιθυμία – φαντασίωση να είχε γεννηθεί κορίτσι. Μέσα σ’αυτή τη δυναμική της δυάδας ο πατέρας δεν συμπεριλαμβάνεται  παρά μόνο ως πρόσωπο που εκφράζει έναν εαυτό ανίκανο ή έναν εαυτό επικίνδυνο. Η  μητέρα εξειδανικεύεται απρόσιτη και αμόλυντη από κάθε ενόρμηση ενώ ο πατέρας επενδύεται με όλη την επιθετικότητα και τη σεξουαλικότητα που φοβάται το παιδί. Μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις είναι κοινή η εικόνα ενός απόντα πατέρα και μίας παντοδύναμης μητέρας, καθώς το παιδί θα αποτελέσει συνεργό στις δικές τους δυσκολίες και θα εκφράσει την επιθυμία της μητέρας  για ένα ιδανικό φαλλό και την αδυναμία του πατέρα να υπερασπιστεί τον δικό του. Οπως αναφέρει ο Stoller, η αρρενωπότητα στα αγόρια ως αποτέλεσμα της ανδρικής τους υπόστασης δεν είναι μόνο η επιβεβαίωση της φυσιολογικής εξέλιξης αλλά ένα κατόρθωμα σε πολλά επίπεδα.

Αργότερα στη περίοδο της εφηβείας ο έφηβος θα  επαναδιαπραγματευτεί ελλείμματα των προηγούμενων σταδίων της ανάπτυξής του με ενδοψυχικές συνθήκες ανάλογες των πρώιμων εμπειριών του. Με το πέρασμα στην εφηβεία οι προϋπάρχουσες εσωτερικές ενορμήσεις εντατικοποιούνται με αποτέλεσμα  ο έφηβος να επιβαρύνεται από μία αίσθηση έλλειψης ελέγχου του εαυτού του, εσωτερικά και εξωτερικά, και μάλιστα υπό την αίσθηση ότι έχει πλέον τη σωματική ικανότητα να μεταφέρει δυναμικά την επιθετικότητά του και την σεξουαλικότητά του στην πραγματική ζωή, γεγονός που προσθέτει έναν επιπλέον βαθμό δυσκολίας στις ενδοψυχικές διεργασίες. Σε αυτή την ηλικία η ποιότητα των σεξουαλικών σχέσεων και των αναζητήσεων έχει περισσότερο τη μορφή της εσωτερικής διαδρομής παρά της εξωτερικής αναζήτησης. Συνυπολογίζοντας αυτούς τους ενδοψυχικούς παράγοντες μπορούμε να αντιληφθούμε τον σημαντικό ρόλο που εξυπηρετεί η ομοφυλοφιλική επιλογή στην αποτροπή της κατάρρευσης των πρώιμων σχέσεων με τα γονεϊκά αντικείμενα  και της ενδοψυχικής συγκρότησης και οικογενειακής ομοιόστασης του ατόμου.

Εστιάζοντας στον παράγοντα των σχέσεων με τα γονεϊκά αντικείμενα και δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην ύπαρξη μιας διαγενεαλογικής παθολογίας θα παρουσιάσω την περίπτωση ενός εφήβου, με διαταραχή της ταυτότητας του φύλου από τη νηπιακή ηλικία. Ο Α.  είναι η περίπτωση ενός εφήβου 14 ετών κατά την έναρξη της ψυχοθεραπείας, ο οποίος παραπέμφθηκε σε μένα μετά από παιδοψυχιατριακή αξιολόγηση, στην οποία διαγνώστηκαν διαταραχή ταυτότητας του φύλου, παρενδυσία καθώς και γενικότερες δυσκολίες στην ψυχική του λειτουργία από τη νηπιακή ηλικία. Καθώς πρόκειται για μια θεραπεία αρκετών ετών με πλούσιο υλικό το οποίο δε θα μπορούσε να παρουσιαστεί εδώ εκτενώς, θα προσπαθήσω στην παρούσα παρουσίαση να εστιάσω κυρίως στο πώς η γονεϊκή ψυχοπαθολογία επηρέασε τις πρώιμες σχέσεις του εφήβου με τα γονεϊκά αντικείμενα και συνέτεινε καθοριστικά στη ανάπτυξη της ψυχοπαθολογίας του εφήβου.

ΚΛΙΝΙΚΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

Ο Α. είναι ένας έφηβος 14 ετών, ψηλός, σωματώδης, με όμορφο πρόσωπο και μακριά μαλλιά, που δείχνει άγαρμπος και  ανώριμος. Οι γονείς του απευθύνθηκαν αρχικά σε ψυχολόγο στον τόπο διαμονής τους, καθώς ήταν ιδιαίτερα προβληματισμένοι και αγχωμένοι γύρω από τα ζητήματα που είχαν προκύψει σε σχέση με το φύλο, την σεξουαλικότητα και τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του γιού τους. Η ψυχολόγος επιβεβαιώνει κλινικά αυτές τις δυσκολίες του Α. που έχουν ενταθεί περισσότερο λόγω της επικείμενης εφηβείας και τους παραπέμπει για παιδοψυχιατρική εκτίμηση.  Μετά την παιδοψυχιατρική συνεργασία με τον έφηβο και τους γονείς, διαπιστώνονται οι σοβαρές  δυσκολίες γύρω από την ταυτότητα φύλου του Α., οι σεξουαλικές αναζητήσεις και εκδραματίσεις του, που επεκτείνονται σε βάθος χρόνου και συνάδουν με γενικότερες δυσκολίες στη ψυχική του λειτουργία.  Κρίνεται σκόπιμο και προτείνεται στην οικογένεια ο Α. να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία  και οι γονείς  του συμβουλευτική.

ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Όσον αφορά το αναπτυξιακό ιστορικό του, ο Α. προέρχεται από μη προγραμματισμένη εγκυμοσύνη, χωρίς όμως προβλήματα ή επιπλοκές.  Γεννήθηκε φυσιολογικά αλλά δεν θήλασε.  Ήταν ένα ήσυχο, καλόβολο μωρό που σύμφωνα με τους γονείς δεν παρουσίασε δυσκολίες ή καθυστερήσεις στους διάφορους τομείς της ανάπτυξης του και περπάτησε, έκατσε και μίλησε κανονικά και απέκτησε έλεγχο σφικτήρων λίγο πριν τα 3 έτη.  Δεν αναφέρονται προβλήματα ή ασθένειες που να επηρέασαν την ανάπτυξη του όσον αφορά το ιατρικό ιστορικό του. Ωστόσο θυμούνται απο νωρίς, να λεπταίνει τη φωνή του, να παίζει με κούκλες της αδερφής του και να υιοθετεί θηλυπρεπή συμπεριφορά.  Λίγο αργότερα άρχισε να φοράει ρούχα, κοσμήματα και παπούτσια της μητέρας μέσα στο σπίτι. Στην αρχή του νηπιαγωγείου συνδέεται με ένα συμμαθητή του και σε συστηματική βάση αρχίζει τα σεξουαλικά παιχνίδια, τα οποία επαναλαμβάνει για μια μεγάλη περίοδο με άλλο παιδί και στο Δημοτικό.

Όσον αφορά το οικογενειακό ιστορικό, ο Α. είναι το πρωτότοκο παιδί μιας τετραμελούς οικογένειας και έχει μια μικρότερη αδερφή, με μικρή διαφορά ηλικίας.  Κατά τη διάρκεια της νηπιακής και πρώτης παιδικής ηλικίας, σημαντικό ρόλο στην ανατροφή του είχε η πατρική γιαγιά, η οποία σε μεγάλο βαθμό είχε αναλάβει τη φροντίδα του, καθώς οι γονείς δυσκολεύονταν αρχικά να ανταποκριθούν στις γονεϊκές τους λειτουργίες.  Όταν αυτή η γιαγιά πεθαίνει, ο πατέρας καταρρέει ψυχικά και παρουσιάζει μείζονα κατάθλιψη, με αποτέλεσμα να έχει τώρα συστηματική παρακολούθηση από ψυχίατρο και να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή.  Στον αντίποδα των δυσκολιών του πατέρα βρίσκεται η μητέρα, η οποία λειτουργεί παντοδύναμα,  καταπιεστικά και ενίοτε βίαια απέναντι στο Α., κυρίως όταν ήταν μικρός.

Όσον αφορά τη σχέση του πατέρα με τον Α. υπήρξαν δυσκολίες στη μεταξύ τους επαφή και επικοινωνία. Ο Α. θυμάται ένα πατέρα πραγματικά και ψυχικά απών, ο οποίος αδυνατεί να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του παιδιού και να δομήσει μια ικανοποιητική σχέση μαζί του. Όσον αφορά τη σχέση του με τη μητέρα, η οποία έχει ένα κυρίαρχο ρόλο μέσα στην οικογένενεια, ο Α. βιώνει την παρουσία της διεισδυτική και παντοδύναμη. Μέχρι πρότινος ο Α. κρύβει σε διάφορα μέρη του σπιτιού ή θάβει στον κήπο οποιοδήποτε προσωπικό του στοιχείο θέλει να διαφυλάξει. Η μητέρα μεγαλωμένη σε ένα εξίσου επιβαρυμένο περιβάλλον αδυνατεί να αναγνωρίσει τις συναισθηματικές ανάγκες του Α. και να δημιουργήσει μία φροντιστική σχέση μαζί του. Όσον αφορά τη σχέση με την αδερφή του, ο Α. περιγράφει μια σχέση συμβιωτική και αλληλοεξαρτώμενη, όπου τα δύο παιδιά μεταβιβάζουν στον  μεταξύ τους δεσμό τα ψυχικά τους ελλείμματα με την ελπίδα της επανόρθωσης. Η απουσία των γονέων, κυρίως του πατέρα, είναι εμφανής ειδικά στα ζητήματα των ταυτίσεων, με την αδερφή του να λειτουργεί ως ένα αγοροκόριτσο και τον Α. να έχει μια θηλυπρεπή εμφάνιση και συμπεριφορά από προσχολική ηλικία. Ο Α. θυμάται να παίζουν παιχνίδια ερωτικά όπου υποδύονταν τις δύο φίλες που αναζητούσαν συντρόφους, με την αδελφή να μεταμφιέζει, να βάφει και να ντύνει τον Α. Αργότερα όταν τα ερωτικά παιχνίδια συμπεριλαμβάνουν και άλλα παιδιά τα δύο αδέρφια μοιράζονται τον ίδιο φίλο. Οι επιθυμίες αλλά και οι αγωνίες που αναδύονται απο όλα αυτά οδηγούν την αδερφή του να τα αποκαλύψει στους γονείς τους και να τον κατηγορήσει ως ομοφυλόφιλο.

ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Στην απαρχή της ψυχοθεραπευτικής σχέσης έχει στο μυαλό του ένα ποίημα του Καβάφη την «Δέηση» (1898), που μόλις είχε μελετήσει για το σχολείο και θέλει να μου το πει γιατί τον εντυπωσίασε:

Ποιημα:

Η θάλασσα στα βάθη της πηρ’ έναν ναύτη
Η μάνα του ανήξερη πιάνει κι ανάφτει
Στην Παναγιά μπροστά ένα υψηλό κερί
Για να επιστρέψει γρήγορα και ναν καλοί καιροί
Και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί
Αλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή
Η  εικών ακούει σοβαρή και λυπημένη
Ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει

Έτσι ξεκινά ο ίδιος με μια αναφορά στην σχέση του με την μητέρα του και με έναν αποχωρισμό μεταξύ τους που θέτει την απώλεια ως την βάση της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Στην συνέχεια, οι αρχικές συνεδρίες με τον Α. αναδεικνύουν το μέγεθος των γενικότερων ψυχικών ελλειμμάτων και ανεπαρκειών του, που υπάρχουν στα πλαίσια μιας διάχυτης σεξουαλικής ταυτότητας που ξεδιπλώνεται μέσω ενός ψευδούς εαυτού.  Το ευάλωτο και ανώριμο εγώ του Α. παρουσιάζει μια πρώιμη ψυχική δομή με καθηλώσεις κυρίως στην πρωταρχική σχέση με τη μητέρα και με πολλά συμβιωτικά στοιχεία  ανάμεσα στον ίδιο και το μητρικό αντικείμενο. Οι αμυντικοί μηχανισμοί είναι ανώριμοι και αναποτελεσματικοί για να εμπεριέξουν το πρώιμο άγχος που αναδύεται από τη συγχωνευτική σχέση με την αρχαϊκή – φαλλική μητέρα και τις φαντασιώσεις που τη συνοδεύουν. Επιπλέον, πολλά θέματα προκύπτουν γύρω απο την συγκρότηση του σωματικού του Εγώ και του πρωταρχικού  ναρκισσισμού του, όπως  αναδύονται μέσα απο τις φαντασιώσεις και τις ονειροπολήσεις του. Το Υπερεγώ λειτουργεί αδύναμα, βοηθώντας τον να επιτυγχάνει μια βασική υπερεγωτική οργάνωση εαυτού, αλλά με τρόπο διωκτικό και έντονα ενοχικό. Στην παρούσα φάση η σχέση με τη μητέρα του χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία και άγχος και η σχέση  με τον πατέρα χαρακτηρίζεται από επιθετικότητα και αμφίπλευρη απόρριψη, εντείνοντας τις δυσκολίες του Α. ως προς μια πιθανή φυσιολογική επίλυση του οιδιποδείου και εγκλωβίζοντας τον σε μια διαρκή αναζήτηση και των δύο φύλων.  Αυτό το χρονικό διάστημα οι δυσκολίες του είναι επίσης διακριτές στη σχέση του με την αδερφή του, απέναντι στην οποία άλλοτε λειτουργεί σαδιστικά – επιθετικά και άλλοτε μαζοχιστικά – υποτακτικά. Χαρακτηριστικό είναι και το υπόλοιπο υλικό της αρχικής ψυχοθεραπευτικής συνεδρίας όπου αναφέρεται στο κοστούμι των Αποκρεών, ως ένα περίβλημα που κρύβει τον αληθινό εαυτό του αλλά δεν του αρέσει. Στην προκειμένη περίπτωση τον αναστατώνει που πρέπει να φορέσει τη στολή ενός προϊστορικού ανθρώπου, η οποία αποτελείται από μία κελεμπία με καλσόν και να παρελαύνει χορεύοντας. Διακινούνται βαθύτερες επιθυμίες του να εκθέσει το σώμα του στα μάτια των άλλων και να τους προκαλέσει ερωτικά, με αποτέλεσμα να πυροδοτείται έντονο άγχος. Ο ίδιος επιθυμεί να είναι συγκρατημένος για να μην του ξεφύγουν όσα του έρχονται αυθόρμητα και να μην αποτελεί αντικείμενο σχολιασμού όπως φαντάζεται, καθώς το μέσα και το έξω, το φανερό και το κρυφό δεν οριοθετούνται. Θυμάται ότι αυτό άρχισε από όταν ήταν μικρός, όταν οι άλλοι τον κορόιδευαν συνεχώς και ο ίδιος έμαθε να κρύβει τις σκέψεις του. Η εσωτερική σύγκρουση που βιώνει εμπεριέχει και μια ελπίδα επανόρθωσης απέναντι στις δυσκολίες του παρελθόντος. Στο σχολείο ζωγραφίζει ένα θέμα με τίτλο «Ο δικός σας κόσμος» και ο ίδιος φιάχνει το μισό τοπίο μολυσμένο και κατεστραμμένο και το άλλο μισό ένα λιβάδι με δέντρα και φυτά. Λέει πως αυτά τα δύο κομμάτια της ζωγραφίας του είναι αταίριαστα μεταξύ τους και θα έπρεπε να διαλέξει ποιο προτιμά. Μια εσωτερική αμφιθυμία αναδύεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πλευρές του εαυτού του εξίσου υπαρκτές και επιθυμητές. Στην αρχική φάση της ψυχοθεραπείας αναδεικνύονται επίσης προς επεξεργασία θέματα γύρω από την ανάγκη του να μπορεί να εκφράζεται και να εξωτερικεύεται ιδιαίτερα στην επικοινωνία με τους συνομηλίκους του χωρίς να καταστρατηγεί  τα όρια και να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του και των παρορμήσεων του, αλλά να μπορεί να συγκρατείται και να διαχειρίζεται τις έντονες φαντασιώσεις (επιθετικότητας – σεξουαλικότητας) που τον κατακλύζουν. Επίσης σημαντικό κομμάτι της αρχικής φάσης καλύπτει η  ανάγκη του να μιλήσει και να κατανοήσει την αίσθηση «διαφορετικότητας και ανεπάρκειας» που βιώνει σε σχέση με το σώμα του, με την σεξουαλικότητα του καθώς προσπαθεί να ταιριάξει τις διαφορετικές του πλευρές και επιθυμίες του. Σε αυτό το πλαίσιο μιλάει περισσότερο για τη σχέση με το μητρικό αντικείμενο, που χαρακτηρίζεται από φαντασιώσεις ένωσης και συγχώνευσης και ταυτόχρονα από φόβους εγκατάλειψης και ανυπαρξίας.

Προς το παρόν αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως άνδρα και γυναίκα μαζί και βρίσκεται σε μια εσωτερική αναζήτηση ορίων. Χαρακτηριστική είναι η φράση που λέει για να περιγράψει ότι του αρέσει να ψωνίζει ρούχα: «μόνο όταν ψωνίζομαι νιώθω ότι αξίζω κάτι», περιγράφοντας την επιθυμία του να επιλέγεται ως αντικείμενο ικανοποίησης από τους άλλους και μάλιστα σεξουαλικά για να αποκτά υπόσταση και ευχαρίστηση. Μέσα στην θεραπεία αναζητά το πλαίσιο, την εμπερίεξη και επιθυμεί τον έλεγχο της σχέσης και πραγματικά και συμβολικά, δοκιμάζοντας συχνά να καταλύσει τα όρια μεταξύς μας και να λειτουργήσουμε με τρόπο συγχωνευτικό.

ΠΡΩΙΜΗ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΜΗΤΕΡΑ

Την πρώτη περίοδο της θεραπείας μιλάει για τις πρωταρχικές σχέσεις γενικά  και για αυτό αναφέρεται πολύ στα κατοικίδια και στα αδέσποτα, που επιθυμεί να φροντίσει αλλά δεν το καταφέρνει. Λέει πως η καναρίνα τους γέννησε τρία αυγά και τα κλωσσάει και πως έχουν αγοράσει μια ετοιμόγεννη κουνέλα την οποία περιμένει να γεννήσει. Θέλει να δει τα νεογέννητα όταν θα τα φροντίζει η μητέρα τους, όταν θα τους δείχνει της αγάπη της και θα τα μεγαλώνει τρυφερά. Ωστόσο στη συνέχεια αναφέρει για το δικό του κουνελάκι που αγαπά πως τον θυμώνει και συχνά το κλωτσάει και το χτυπά τόσο που έχει γίνει πολύ φοβιτσιάρικο. Λέει πως και ο ίδιος έτσι έμαθε και ενώ ξέρει πως το ξύλο δεν είναι καλό, στην οικογένειά του είναι κληρονομικό. Αργότερα αναφέρει πως έχει αναλάβει τη φροντίδα ενός χτυπημένου σπουργιτιού στο σπίτι αλλά δεν καταφέρνει να το ζεστάνει και να το ταϊσει καλά. Λέει: Αν δεν το έμαθε η μαμά του όταν ήταν μικρό, πώς να μάθει μόνο του να επιβιώνει; Θυμάται πόσο του κόστιζαν οι αποχωρισμοί από τους γονείς, όταν εκείνοι δούλευαν πολύ και εκείνος έμενε συνέχεια στη γιαγιά. Προσπαθεί ν’ ανασύρει περισσότερες μνήμες από εκείνον και την μαμά του. Λέει πως η γιαγιά του πάντα υπολόγιζε την ηλικία του προσθέτοντας εννέα μήνες, μακάρι να θυμόταν από τότε τη σχέση του με τη μαμά. Λέει πως ο ίδιος μόνο από τη γιαγιά ένιωσε τρυφερότητα και φροντίδα ενώ σε σχέση με τη μητέρα που την αναφέρει ως απούσα νιώθει πιο παραμελημένος και παρεξηγημένος από όλους, σαν να μην ξέρει εκείνη ποιος είναι όπως δεν έμαθε ο ίδιος για τον εαυτό του. Δεν ξέρει να διαλέγει τί του αρέσει και τί όχι, αλλά πάντα είναι το υπάκουο παιδί που δέχεται όσα οι άλλοι ρυθμίζουν γι’ αυτόν. Κανείς δεν τον άκουγε όταν έλεγε όχι και έτσι έμαθε να λέει ναι σε όλους και σε όλα.

ΠΡΩΙΜΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ

Αρχίζει να διαπραγματεύεται τη διαφορετικότητά του μιλώντας για το μάθημα της γυμναστικής  που τον φέρνει σε αμηχανία σε σχέση με το σώμα του και που ο ίδιος προτιμά την ώρα εκείνη να κάνει παρέα με τα κορίτσια. Λέει: Πειράζει που είμαι διαφορετικός; Και αναρωτιέται αν απογοητεύει το γυμναστή όπως και το μπαμπά του. Αναφερόμενος στον μπαμπά του λέει πως έχασε τον παππού και έμεινε ορφανός σε ηλικία πέντε ετών. Πιστεύει πως αυτό στιγμάτισε τον μπαμπά του αλλά και τη σχέση τους καθώς γι’ αυτόν όλα γύρω από αυτόν γυρνούν. Λέει: Μακάρι να μπορούσα να του πω, συγνώμη που δεν είμαι ο μάγκας γιος που περίμενες, αλλά κι εσύ δεν ήσουν ο πατέρας που χρειαζόμουν. Στη βάση ενός ανεστραμμένου οιδιποδείου απορρίπτει τον πατέρα του, υποτιμώντας  τον ακόμα περισσότερο. Ο Α.  φρόντιζε να βάφεται κάθε φορά που βγαίναν οι δυο τους με τον μπαμπά του για να τον ενοχλεί και να τον πληγώνει, όπως και ο ίδιος είχε πληγωθεί από εκείνον. Λέει πως όταν ο μπαμπάς ήταν άρρωστος άργησαν ν’ ανακαλύψουν με την αδερφή του για την κατάθλιψη. Επί σειρά ετών δεν τους μιλούσε, ήταν σαν να έλειπε ακόμα και όταν ήταν σπίτι. Επίσης δεν μπορούσαν να του μιλήσουν γιατί μόνο τους φώναζε και έπαιρνε χάπια. Ανησυχεί γι΄ αυτόν γιατί ξέρει πως οι άνδρες είναι πιο ευάλωτοι, πεθαίνουν πιο εύκολα και πιο γρήγορα από τις γυναίκες τους και σκέφτεται ότι το να είναι άνδρας είναι επικίνδυνο. Σταδιακά η επιθυμία για τον πατέρα και για μια ταύτιση μαζί του μεγαλώνει ξεκινώντας από μια σωματική περιέργεια: όταν ο πατέρας κοιμάται πηγαίνει και τον παρατηρεί για να δει αν μοιάζουν, αν έχει κοινά μαζί του. Τον ανακουφίζει που ταιριάζουν αλλά ακόμα τον θεωρεί αδύναμο και δεν επιθυμεί να του μοιάσει. Ωστόσο, ο μπαμπάς είναι αυτός που σταδιακά του δίνει το περιθώριο και το χώρο να λειτουργήσει ως υποκείμενο με τις δικές του απόψεις ακόμα και αν διαφωνούν, ενώ η μαμά επιθυμεί να είναι, όπως λέει, πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα. Λέει: Η σχέση μας είναι καλά ριζωμένη, αλλά ασφυκτική. Τα παιδιά μεγαλώνουν πιο καλά με τους πατεράδες του, γίνονται cool αγόρια.

Προχωρώντας στη ψυχοθεραπεία, αφού έχει εγκαθιδρυθεί η θεραπευτική συμμαχία και μεταβιβαστική σχέση ο Α. προχωράει σε βαθύτερα θέματα που χρειάζονται επεξεργασία καταφέρνοντας να διεργαστεί περισσότερο την ομοφυλοφιλική πλευρά του εαυτού του και τις σεξουαλικές φαντασιώσεις, που τον κατακλύζουν. Μιλά για την σχέση με την μητέρα και δίνει μια πιο πρώιμη εικόνα των επιθυμιών συγχώνευσης και ενσωμάτωσης μαζί της, προσπαθώντας να αντισταθμίσει  έτσι μια στερητική σχέση με μια απόμακρη και καταθλιπτική μητέρα. Ο φόβος της αποδιοργάνωσης και της τρέλλας αναδύεται μέσα απο το άγχος και τις φαντασιώσεις που τον διακατέχουν όταν δοκιμάζει να έρθει συναισθηματικά κοντά σε φίλους και συμμαθητές του, καταλήγοντας να υιοθετεί συχνά μια πλαστή εικόνα και συμπεριφορά. Επιθυμεί μέσα στη ψυχοθεραπεία να εμπεριεχθεί το θέμα «της τρέλλας και του χάους που ζεί» με τις γυναικείες και τις ανδρικές πλευρές του, να μπορέσει να αντέξει τη διαφοροποίηση τόσο ανάμεσα μας όσο και ανάμεσα στα δύο φύλα, χωρίς να νοιώθει «ότι κινδυνεύουμε να γίνουμε ασυγκράτητοι», δηλαδή ενορμητικά ανεξέλεγκτοι. Επιπλέον, αναδύονται πρώιμες φαντασιώσεις ευνουχισμού που απειλούν ακόμα και τη ζωή του και υποδεικνύουν οτι η πιθανότητα ταύτισης με τον αδύναμο και ασθενή πατέρα ισοδυναμεί με ένα συναισθηματικό αφανισμό. Γίνεται αμοιβαία προσπάθεια να συμβολοποιηθεί το άγχος ευνουχισμού που έχει και να μην μετατίθεται σε πραγματικούς φόβους που τον δυσκολεύουν. Το Εγώ του παραμένει αδύναμο απέναντι στις ενορμήσεις του Εκείνου και αντισταθμιστικά το Υπερεγώ λειτουργεί με τρόπο υπερφίαλο και δυσλειτουργικό. Στη συνολική εικόνα προστίθενται για επεξεργασία ξανά θέματα που αφορούν το σώμα και που συνοδεύονται από αγωνιώδεις φαντασιώσεις γύρω από την αρτιότητά του, την επάρκειά του ή αντίστοιχα την ανικανότητά του.

Σεξουαλικότητα, Ομοφυλοφιλία και σώμα

Λέει πως μερικές φορές τα πράγματα μπερδεύονται. Περιγράφει ένα κοπάδι κατσίκια που είδε στις διακοπές, όπου ο τράγος που θα έπρεπε να είναι ο αρχηγός ήταν δειλός και πειθήνιος και το κοπάδι οδηγούσε μια πολύ οξύθυμη και αυταρχική κατσίκα με αποτέλεσμα όλο το κοπάδι να μπερδεύεται. Και ο ίδιος δεν ξέρει πως να είναι αρσενικός. Λέει: Είχα κάποτε αγοράσει μια πάπια, που ήταν πάπιος και ένα κόκκορα που τελικά ήταν κότα και έκανε αυγά. Είχα γίνει λάθος και έπρεπε να τ’ ανακαλύψω μόνος μου. Τώρα θέλει να αγοράσει ζευγάρια πάπιες για να είναι σωστές. Σκέφτεται ότι από τότε που ήταν στην κοιλιά της μητέρας του και μοιράζονταν το ίδιο σώμα η μαμά μπορεί να είχε ομόφυλες σεξουαλικές επιθυμίες που να τον στιγμάτισαν και να φαντάζεται κι εκείνος τις δικές της επιθυμίες για δικές του. Αυτή η πρώιμη και μαζική συγχώνευση θα δημιουργήσει μια μακροπρόθεσμη επιθυμία του αγοριού να μείνει στο μητρικό σώμα και να απορρίψει την ανδρική, διαφορετική εικόνα του.

Μιλάει επίσης, για την αιμομιξία ξεκινώντας από το ζωικό βασίλειο και πόσες ανωμαλίες μπορεί να προκαλέσει. Φέρνει για παράδειγμα ότι το αποτέλεσμα μιας αιμομικτικής σχέσης θα είναι ένα πλάσμα με θηλυκά και αρσενικά γεννητικά όργανα που δεν θα μπορέσει να επιβιώσει. Επίσης περιγράφει τις δικές του σεξουαλικές εμπειρίες με άλλα αγόρια λέγοντας ότι τις νιώθει ντροπιαστικές, ανάρμοστες, βρώμικες όπως οι δικές του επιθυμίες άλλωστε και οι φαντασιώσεις ότι είναι γυναίκα. Ο ίδιος επίσης φαντάζεται ότι γεννήθηκε κορίτσι αλλά του άλλαξαν φύλο αμέσως μετά τη γέννα γιατί ήθελαν αγόρι και εκείνος νιώθει μπερδεμένος με το σώμα του, πάντα έτσι ένιωθε και γι’ αυτό ντυνόταν με κοριτσίστικα ρούχα, βαφόταν κι έφτιαχνε τα μαλλιά του, σαν να μεταμορφωνόταν ξανά. Ο μπαμπάς τον έδερνε σ’ αυτές τις περιπτώσεις αλλά  ο ίδιος τον χαρακτηρίζει ως ένα λέτσο αγρότη που δεν ξέρει να μεγαλώσει το γιο του και γι’ αυτό δεν θέλει να του μοιάσει. Έτσι κι αλλιώς ήταν πάντα απών αντί για παρών. Πάλι θυμάται μόνο να τρώει ξύλο, χωρίς να καταλαίνει ούτε το γιατί, ούτε το τί έκανε σωστά ή λανθασμένα, ούτε τί επιτρέπεται και τί δεν επιτρέπεται. Λέει: Στην πραγματικότητα, κανένα όριο, όλα χύμα, βάζοντας έτσι τον εαυτό του μέσα σε έναν ανεμοστρόβιλο επιθυμιών που αφορούν και τα δύο φύλα. Μιλάει για το σώμα του και φωτογραφίες που ανασύρει από το παρελθόν που είναι γυμνός. Ονειρεύεται ότι είναι στη θάλασσα πάνω σε ένα σκάφος αλλά δεν αντέχεινα βλέπει το βυθό που έχει φύκια και βρωμιές. Ανησυχεί πως κάτι επικίνδυνο κρύβεται  στο βυθό της θάλασσας και παραφυλά. Δεν θέλει ούτε να πλησιάσει, ούτε να κολυμπήσει μέσα στο νερό, όμως ένας καρχαρίας πετάγεται από τη θάλασσα και απειλεί να δαγκώσει ότι περισσεύει από το σώμα του, κομμάτια του σωματός του ή και να του κόψει συμβολικά το κεφάλι. Ωστόσο, το σώμα αρχίζει σιγά σιγά να λειτουργεί ως ένας πρωταρχικός πυρήνας για να μπορέσει να λειτουργήσει ως υποκείμενο και να διαφοροποιήσει τον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο. Αρχίζει να διαφοροποιεί τα δύο φύλα και να επιθυμεί να οριοθετηθεί στα θέματα που αγγίζουν τη σεξουαλικότητα. Η πραγματική απώλεια της πατρικής γιαγιάς που τον είχε εξάλλου μεγαλώσει, φέρνει στην επιφάνεια αναμνήσεις, φαντασιώσεις, σκέψεις και συναισθήματα γύρω τα πρώτα χρόνια της ζωής του και τις πρωταρχικές του σχέσεις. Μέσα στη θεραπεία αναδύονται πρώιμες ανάγκες για φροντίδα από την θεραπεύτρια, την οποία επιθυμεί να διαφοροποιήσει από τους δύο γονείς. Σιγά σιγά μια περισσότερο συγκρατημένη ψυχική δομή διαφαίνεται και μια ελπίδα φυσιολογικότητας εγκαθίσταται στο λόγο του.

Όσον αφορά τη μεταβιβαστική σχέση, μπαίνει καταρχήν σε θέση αντικειμένου, αναζητώντας την ενσωμάτωση με τη θεραπεύτρια-μαμά και δοκιμάζοντας τα όρια  και την μεταξύ μας διαφοροποίηση.  Συχνά για να το επιτύχει με βάζει σε αυστηρή – υπερεγωτική θέση έτσι ώστε να καταφέρει και τα δύο.  Βάζοντας με συχνά σε μητρική θέση, προσπαθεί στην πορεία να επεξεργαστεί πλευρές της πρωταρχικής σχέσης και να οργανωθεί επαρκέστερα απέναντί μου, με το Εγώ του να καταβάλει σημαντικές προσπάθειες να κατακτήσει ωριμότερους αμυντικούς μηχανισμούς και να αντιμετωπίσει το έντονο φαντασιωσικό υλικό που τον επιβαρύνει και τον πιέζει συναισθηματικά.  Προχωρώντας, η μεταβιβαστική σχέση επεξεργάζεται φαντασιώσεις και συναισθήματα άλλοτε από την πλευρά της παντοδύναμης και ισοπεδωτικής  μητέρας και άλλοτε από την πλευρά του ελλειμματικού και αδύναμου πατέρα. Στο επίπεδο της αντιμεταβίβασης, βιώνω την ανάγκη μου να φροντίσω και ν’αντέξω τον αδύναμο, ανοργάνωτο εαυτό του που προσπαθεί να ωριμάσει, χωρίς να απωλέσει την διαφορετικότητα και την φυσιολογικότητά του, απέναντι σε μία μητέρα που του επιτρέπει και που επιθυμεί να μεγαλώσει ως αγόρι που κατέχει το φαλλό για τον εαυτό του.

Στην επόμενη φάση της ψυχοθεραπείας ο Α. εισάγει με ένα πιο ενεργητικό ρόλο τα θέματα της σεξουαλικότητάς του σε συνάρτηση με τις σχέσεις των δύο φύλων. Οι αλλαγές της ήβης σε σωματικό επίπεδο τον υποβοηθούν να διαφοροποιηθεί από αυτή τη θηλυπρεπή εικόνα και να κατευθυνθεί προς ένα πατέρα που θα τον καθοδηγήσει και θα αναγνωρίσει την ανδρική του υπόσταση. Η σχέση με τη μητέρα βιώνεται ως ανεπαρκής καθώς βγαίνει από τη θέση του αντικειμένου της  και επιθυμεί μια φροντίδα που θα συναντά τις διαφορετικές του ανάγκες. Έτσι, προχωρά σε μια πιο καταθλιπτική θέση βιώνοντας θλίψη και θυμό και νοηματοδοτώντας εν μέρει τις ομοφυλοφιλικές του εμπειρίες ως μία αναζήτηση της ένωσης, της επαφής και της διέγερσης με έναν φροντιστικό Άλλον, με τον οποίο η σεξουαλικοποίηση του σώματος λειτουργεί αναπληρωματικά. Παράλληλα, διαμορφώνεται μια επιθυμία ταύτισης και υποστήριξης από τον πατέρα με τον οποίο αρχίζει να μοιράζεται κοινές δραστηριότητες και να επιθυμεί να συνδράμει στην ανδρική ταυτότητα που αναζητά. Θέτει επί τάπητος την επιλογή του φύλου και αναλαμβάνει  την υπεράσπιση και την εδραίωση της ανδρικής του ταυτότητας μέσα στο κοινωνικό του, στο σχολικό του και στο φιλικό του περιβάλλον. Ως έφηβος διεκδικεί τον προσωπικό του χώρο, επεκτείνει τις σχέσεις με τους συνομηλίκους του και στρέφεται ερωτικά προς το άλλο φύλο, αποκτώντας για πρώτη φορά κολλητούς και δοκιμάζοντας να φλερτάρει μια συμμαθήτριά του, φτιάχνοντας σχέδια σε επίπεδο φανταστικό και πραγματικό για να την κατακτήσει και να την πλησιάσει ερωτικά. Για πρώτη φορά η σεξουαλικότητα είναι επενδεδυμένη λιβιδινικά και όχι επιθετικά (στη διαφυλική σχέση) ή φροντιστικά (στην ομοφυλοφιλική σχέση).

Μετά απο τις τελευταίες καλοκαιρινές διακοπές, όπου έχει πετύχει σε μια Πανεπιστημιακή σχολή, εγγράφεται ως φοιτητής πλέον αλλά έχει αποφασίσει να ξαναδώσει Πανελλήνιες, επιθυμώντας όπως λέει να έχει ακόμα ένα χρόνο περιθώριο να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της ενήλικης  ζωής και σεξουαλικότητας, να προετοιμαστεί καλύτερα  για να επιτύχει κάτι καλλύτερο για τον ίδιο, έρχεται να διαπραγματευτεί και την συχνότητα των συνεδριών, επιθυμώντας να λειτουργήσει και μέσα στην μεταβιβαστική σχέση με έναν  πιο ενεργητικό, αυτόνομο ρόλο. Ο Α. σε ολη αυτή η διαδικασία καθώς μιλά έχει την ευκαιρία να δημιουργήσει συνδέσεις και νοήματα ανάμεσα στο παρελθόν του και στο παρόν του και σε διαφορετικές πλευρές του εαυτού του. Θεραπευτικά διεργαζόμενος το ενορμητικό υλικό, το διαχωρίζει από την πραγματικότητά του και καταφέρνει να το επεξεργαστεί και εν συνεχεία να προσαρμοστεί και να ενσωματωθεί αρκετά ικανοποιητικά στο κοινωνικό και σχολικό του περιβάλλον.

ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Στα περισσότερα παιδιά η ταυτότητα του φύλου τους συγκλίνει με την βιολογική τους ταυτότητα, ωστόσο σε όλες τις ανθρώπινες κοινωνίες και πολιτισμούς παρατηρείται ένα ποσοστό παιδιών, κυρίως αγοριών, όπου προκύπτει μια εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Σε αυτές τις περιπτώσεις σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η αλληλεπίδραση, συνειδητή και ασυνείδητη ανάμεσα στο παιδί και τα πρωταρχικά του αντικείμενα καθώς οι γονείς συμβάλουν στην ψυχική κατασκευή της ταυτότητας του φύλου του παιδιού τους στα πρώιμα στάδια της ψυχοσεξουαλικής του ανάπτυξης. Στην περίπτωση του Α. οι ασυνείδητες  γονεικές φαντασιώσεις και προβολές τον τοποθετούσαν περισσότερο σε θέση αντικειμένου, ενίσχυαν την αδιάρρηκτη σχέση μητέρας-παιδιού και την θηλυκή ταυτοποίηση του. Η ζωή του στροβιλιζόταν γύρω απο τις ανάγκες μιας παντοδύναμης μητέρας και ενός απόντα πατέρα που ούτε πραγματικά ούτε συμβολικά δεν προσφερόταν για τις απαραίτητες για το φύλο του Α. ταυτίσεις. Ο ερχομός της ήβης ενίσχυσε την ενορμητική πίεση, το άγχος του αυξήθηκε και η εικόνα του εαυτού εγκλωβίστηκε σε μια αδιαφοροποίητη κατάσταση αρσενικου-θηλυκού. Ενας όγκος συναισθηματικών και κοινωνικών δυσκολιών αναδύθηκε και μια βαθιά αποξένωση εγκαταστάθηκε σε σχέση με τις δικές του ψυχικές διεργασίες, το σώμα του και τις σχέσεις που δομούσε με το περιβάλλον του. Μοναδική του παρηγοριά η αναδίπλωση στο αδιαφοροποίητα ενσωματωμένο του μητρικό κομμάτι, η μαζική ταύτιση του με αυτό και η καθρεπτική αναζήτηση του στις φίλες που τον περιστοίχιζαν. Η θεραπευτική σχέση ως ένας  έτερος πόλος θα καλλιεργήσει την περιέργεια του για τον διαφορετικό Αλλον και θα συνδράμει στην αναγνώριση των προσωπικών του ελλειμάτων, βοηθώντας έτσι και την ανάδυση μιας προσωπικής ιστορίας. Η επεξεργασία θεμάτων γύρω απο τις συμβολικές λειτουργίες, τις πρώιμες ανάγκες, επιθυμίες και άμυνες, τον αποχωρισμό και την διαφοροποίηση, τα προ-οιδιπόδεια άγχη, την  συγχυτική εικόνα σώματος και εαυτού δίνουν στην θεραπεία τον χαρακτήρα μιας απαιτητικής διαδικασίας αλλά και μιας αναντικατάστατης ευκαιρίας.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Chiland, C. (2003). Ορισμένες επισημάνσεις της ψυχαναλυτικής θεωρίας σχετικές με τις διαταραχές της ταυτότητας φύλλου στο παιδί.  Η Ψυχανάλυση στον 21ο Αιώνα. Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα

Dolto, F. (1992). Περί γενέσεως της διαστροφής. Σεμινάριο Ψυχανάλυσης Παιδιών Β’ Τόμος,  σελ. 199-207 Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα

Dolto, F. (1992). Το όνομα του πατέρα. Σεμινάριο Ψυχανάλυσης Παιδιών Β’ Τόμος,  σελ. 199-207 Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα

Freud, S. (1905). Three Essays on the Theory of Sexuality S.E., vol. 7, pp. 130-245.  Hogarth Press, London 1953.

Freud, S. (1914). On Narcissism. S.E., vol. 14, pp. 73-102. Hogarth Press, London 1957.

Rubinstein, L. (1964). The role of identification in homosexuality and transvestism in men and women. The Pathology and Treatment of Sexual Deviation. Oxford University Press, London

Limentani, A. (1979).  The significance of Transsexualism in Relation to Some Basic Psychoanalytic Concepts.  Int. R. Psycho-Anal., 6 pp. 140-153.

Ogden, T.H. (2002). A new reading of the origins of object relations theory.  Int. J. Psychoanal., 83 pp. 767-782.

Stoller, R.J. (1969).  Sex and Gender.  Hogarth Press, London

Stoller, R.J. (1968).  Male, childhood transsexualism. Journal of the American Academy of Child Psychiatry, 7, pp. 193-201

Ταλφανίδης, Κ. (2001). Εικόνα σώματος και ταυτότητα φύλου: εξέλιξη και διαταραχές στη εφηβεία.  Παιδί και Εφήβος:  Ψυχική Υγεία και Ψυχοπαθολογία, 3(2),  σελ 51-54.